«Ήταν ένα βράδυ Παρασκευής, μετά το Πάσχα του 2010. Ήμουν σε μία από τις αγρυπνίες που συνήθιζε να κάνει κάθε Παρασκευή ο πατήρ Ιγνάτιος Χαϊκάλης, στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων στο Νοσοκομείο Λοιμωδών, που τελευταία μετονομάστηκε «Αγία Βαρβάρα».
Στο μέσον περίπου της αγρυπνίας, είδα ξαφνικά απέναντι στις θέσεις των ανδρών έναν γέροντα.

Παρόλο που ήταν καθισμένος, ακουμπούσε και στο μπαστούνι του. Το ράσο και το πανωκαλύμαυχο δεν άφηναν να φανεί τίποτα από το πρόσωπο και τα χέρια του. Η όλη παρουσία του ήταν «τυλιγμένη» σε μια καφέ-μπεζ αχλή που τον έκανε να ξεχωρίζει, παρόλη την λιτότητα που τον χαρακτήριζε.
Γύρισα τα μάτια μου προς την Ωραία Πύλη και μετά πάλι προς το μέρος του γέροντα, όμως είχε εξαφανισθεί. Η θέση όπου καθόταν πριν δύο δευτερόλεπτα ήταν άδεια.
Κατάλαβα πως κάτι παράξενο συνέβαινε και προβληματίστηκα. Δεν άργησα να καταλάβω πως ο γέροντας που είδα εκείνο το βράδυ της αγρυπνίας ήταν ο Άγιος γέροντας Νικηφόρος, που πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στο «Λοιμωδών» και μάλιστα σ’ ένα σπιτάκι κοντά στον Ναό των Αγίων Αναργύρων (το οποίο τώρα δεν υπάρχει, έχει γκρεμιστεί).
Το κατάλαβα, λοιπόν, πως ήταν ο γέροντας Νικηφόρος και μετέπειτα Άγιος, ξεφυλλίζοντας πάλι το βιβλίο που είχα διαβάσει για τη ζωή του και με είχε κάνει να τον αγαπήσω τόσο. Βρήκα στις σελίδες μια φωτογραφία που τον έδειχνε, όπως ακριβώς ήταν το βράδυ της αγρυπνίας που τον είδα! Ευχαρίστησα τον Θεό και θέλοντας να ευχαριστήσω και τον γέροντα, Άγιο Νικηφόρο, του έκανα την Αγιογραφία του (είμαι ερασιτέχνης αγιογράφος).
Την παρέδωσα στον πατέρα Στέφανο, τον τωρινό εφημέριο του Ναού των Αγίων Αναργύρων του Λοιμωδών, τον Νοέμβριο του 2011, κι ευχαριστώ τον Άγιο Νικηφόρο που οδηγούσε το χέρι μου κατά την διάρκεια της αγιογράφησης. Ένα χρόνο περίπου μετά, ανακηρύχθηκε επισήμως Άγιος.
Ευχαριστώ τον Θεό και τον Άγιο Νικηφόρο για την τιμή που έκαναν σε μένα την ελάχιστη.
Με σεβασμό Παναγιώτα Λαγγή