Το φθινόπωρο του 1969, η νυν Γερόντισσα Νικοδήμη του Ιερού Κοινοβίου Ευγγελισμού της Θεοτόκου Ορμυλίας, δίδοντας παραίτηση από την θέση της δασκάλας, έπρεπε να αναχωρήσει, μαζί με τις νυν πρώτες αδελφές της Ορμυλίας, στο Μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Μακρυνού στα Μέγαρα.
Όπως είχε υποδείξει ο μακαριστός και φιλομόναχος Μητροπολίτης Τρίκκης Διονύσιος, για να πάρουν σωστές μοναχικές βάσεις και να επιστρέψουν στα Τρίκαλα, όπου σχεδιαζόταν να αρχίσει το καινούριο Μονασρήρι τους.

Ο Γ. Αιμιλιανός συμβούλευσε, πως θα ήταν ευλογημένη πράξη ένας από τους δύο γονείς να συνοδεύσουν στον Μακρυνό την πρωτότοκη θυγατέρα τους και να την αφιερώσουν στον Κύριο. Στο βραδινό τραπέζι της παραμονής της αναχωρήσεως, όπου έτρωγαν οι γονείς και τα δύο πρώτα παιδιά, έγινε τετράωρη συζήτηση πάνω στο θέμα του Μοναχισμού.
Οι γονείς όπως ήταν φυσικό, δυσκολεύθηκαν αρκετά, γιατί εκείνη την περίοδο παρουσιάστηκαν και πολλοί μνηστήρες και ζήτησαν την κόρη τους. Όμως, τελικώς ο π. Γαλακτίων έδωσε την λύση λέγοντας:
-Γυναίκα, δύο πράγματα έχουμε, τον Χριστό με το Ευαγγέλιο και τον κόσμο. Αν εμποδίσουμε σαν γονείς το κορίτσι στο δρόμο του, θα μας πει ο Κύριος στην Δευτέρα Παρουσία· »Για ελάτε εδώ εσείς που κάματε τους μεγάλους σταυρούς και θεωρείσθε καλοί χριστιανοί. Δεν ακούσατε σρτην Εκκλησία και δεν διαβάσατε ποτέ στο Ευαγγέλιο που λέγω ο φιλών πατέρα υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος; αϊντε στα αριστερά με τα κατσίκια». Θα χάσωμε σαν χριστιανοί. Αν πάλι φερθούμε σαν χριστιανοί και χάσωμε σαν γονείς, ο κόσμος θα μας κατηγορήσει. Δεν πειράζει. Ο Χριστός θα νικήσει! Ετοίμασε τα πράγματα και αύριο θα πάω το κορίτσι στο Μοναστήρι.
Η ευλαβέστατη γυναίκα του αποκρίθηκε:
-Εσύ είσαι αφεντικό, κάμε το κουμάντο.
Ο π. Γαλακτίων φθάνοντας στην είσοδο της Μονής του Μακρυνού συγκινημένος είπε στην πολυαγαπημένη θυγατέρα του: «Είσελθε τέκνον εις την χαράν του Κυρίου Σου», και έφυγε χωρίς να μπει στο Μοναστήρι. Γυρίζοντας στο χωριό, για τρεις εβδομάδες όλοι οι καλοθελητές έπεσαν επάνω στους ευλαβείς γονείς κατηγορώντας τους για το μεγάλο έγκλημα που έκαναν…
Των Εισοδίων, στην εκκλησία, η μητέρα άκουσε ένα από τα τροπάρια που έψαλε ο σύζυγός της, που ΄λεγε ότι αφιέρωσαν οι γέροντες γονείς την Παναγία μας στον ναό «ως τριετίζουσαν δάμαλιν…». Αυτός ο λόγος δούλεψε βαθιά στην ψυχή της, την ειρήνευσε και έγινε η απαρχή των όσων συνετελέσθησαν στην συνέχεια…
Την νύχτα, όπως κοιμόντουσαν στο σπίτι, η σύζυγος αισθάνθηκε κάποιος να την χτυπά στην πλάτη. Ανοίγοντας τα μάτια, είδε έναν άνθρωπο με αγριωπή μορφή, με σιδερένιο στυρό στο χέρι και μηλωτή να την αγριοκοιτάζει. Τρομαγμένη ρώτησε:
-Ποιος είσαι που μπήκες τέτοια ώρα στο σπίτι;
Ο επισκέπτης της είπε αυστηρά:
-Δεν με γνωρίζεις;
-Δεν σε έχω ξαναδεί.
-Καλά, δίπλα στον Χριστό στο τέμπλο δεν με βλέπεις;
-Είσαι ο Πρόδρομος;
-Ναι είμαι ο Πρόδρομος. Γιατί κλαίς;
-Στενοχωρούμαι για το κορίτσι που πήγε στο Μοναστήρι.
-Δεν μου λες, καμιά γυναίκα του δρόμου έγινε; Εγώ την έχω στο σπίτι μου. Απαιτώ να έλθεις να δεις που βρίσκεται και πως ζει…». Και εξαφανίστηκε.
Η κυρία Ζωή μόλις που δεν έπαθε συγκοπή!
-Ξύπνα, λέγει στον σύζυγο. Αυτό και αυτό συνέβη.
-Άϊντε καημένη! Είσαι άξια να δεις τον Πρόδρομο. Όνειρο ήταν και με ξύπνησες…»
Μετά από λίγο ο Τίμιος Πρόδρομος εμφανίστηκε πάλι, την έπιασε από τον ώμο και ταρακουνώντας της είπε:
-Δεν είναι όνειρο! Αύριο να έρθεις στο Μοναστήρι!
Πράγματι η Κυρία Ζωή για τρεις μέρες πήγε και έμεινε στην Ι. Μονή Μακρυνού, όπου η θεοσεβής και πολύσοφη γερόντισσα Μακρίνα και όλη η αδελφότητα της έκαμαν τεράστια εντύπωση…
από το βιβλίο: «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ» – Ετήσια έκδοση της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους – Περίοδος Β’, Έτος 2017.