Ὁ πανάγαθος λοιπὸν καὶ πολυέλεος Θεὸς εἶνε καὶ λέγετε ἀγάπη· εἶνε καὶ λέγετε Τριάς. Παρακινούμενος ὁ Κύριος ἀπὸ τὴν εὐσπλαχνίαν του ἔκαμε πρῶτον δέκα τάγματα Ἀγγέλους.
Οἱ Ἄγγελοι εἶνε πνεύματα πύρινα, ἄϋλα, καθὼς εἶνε ἡ ψυχή μας. Τὸ κάθε τάγμα εἶνε ὡς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ. Ποίος ἐπαρακίνησε τὸν Θεὸν καὶ τοὺς ἔκαμεν; Ἡ εὐσπλαχνία του.

Πρέπει καὶ ἡμεῖς, ἀδεφοί μου, ἀνίσως καὶ θέλωμεν νὰ λέγωμεν τὸν Θεόν μας πατέρα, νὰ εἴμεθα εὔσπλαχνοι, νὰ κάμνωμεν τοὺς ἀδελφούς μας νὰ εὐφραίνωνται, καὶ τότε νὰ λέγωμεν τὸν Θεὸν πατέρα: «Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς…». Εἰ δὲ καὶ εἴμεθα ἄσπλαχνοι, σκηροκάρδιοι καὶ κάμνωμεν τοὺς ἀδελφούς μας καὶ φαρμακεύονται καὶ βάνομεν τὸν θάνατον εἰς τὴν καρδίαν των, δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν τὸν Θεόν μας πατέρα, ἀλλὰ τὸν διάβολον, διότι ὁ διάβολος θέλει νὰ κάμνωμεν τοὺς ἀδελφούς μας νὰ φαρμακεύωνται, καὶ ὄχι ὁ Θεός.

Καὶ ἔτσι, ἀδελφοί μου, τὸ πρῶτον τάγμα ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους ὁποὺ προείπομεν, ἔπεσεν εἰς ὑπερηφάνειαν καὶ ἐζήτησε νὰ δοξασθῆ ἴσα μὲ τὸν Θεόν. Ἀπὸ ἐκεῖ ὁποὺ ἦτο ἄγγελος φωτεινὸς καὶ λαμπρότατος, ἔγινε διάβολος σκοτεινότατος, καὶ πολέμιος τῶν ἀνθρώπων· καὶ ἔχει νὰ καίεται πάντοτε εἰς τὴν κόλασιν. Καὶ ὅταν ἀκούωμεν διάβολον, αὐτὸς εἶνε ὁποὺ ἦτο πρῶτος ἄγγελος· αὐτὸς εἶνε ὁποὺ παρακινεῖ τοὺς ἀνθρώπους νὰ ὑπερηφανεύωνται, νὰ φονεύουν, νὰ κλέπτουν· αὐτὸς εἶνε ὁποὺ ἐμβαίνει μέσα εἰς ἀποθαμένον ἄνθρωπον καὶ φαίνεται ὡς ζωντανὸς καὶ τὸν λέγομεν βρυκόλακα· αὐτὸς εἶνε ὁποὺ ἐμβαίνει καὶ μέσα εἰς ζωντανὸν ἄνθρωπον καὶ παίρνει τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας ἢ τινὸς Ἁγίου, τρέχων ἄνω καὶ κάτω ὡσὰν δαιμονισμένος καὶ λέγει ὅτι κάμνει θαύματα· αὐτὸς εἶνε ὁ διάβολος ὁποὺ ἐμβαίνει εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ σεληνιάζεται καὶ δαιμονίζεται.
Καὶ ἂς εἶνε δεδοξασμένος ὁ Θεὸς ὁποὺ μᾶς ἐχάρισε τρία ἄρματα μὲ τὰ ὁποῖα νὰ τὸν πολεμῶμεν. Ἀνίσως καὶ εἶνε ἐδῶ τίνας ἀπὸ σᾶς καὶ δαιμονίζεται, καὶ θέλη νὰ μάθῃ τὰ ἰατρικά, εὔκολον εἶνε· ἐξομολόγησις, νηστεία καὶ προσευχή. Ὅσον ἐξομολογεῖται ὁ ἄνθρωπος, νηστεύει καὶ προσεύχεται, τόσον κατακαίεται καὶ φεύγει ὁ διάβολος.
Ὡσὰν ἐξέπεσε τὸ πρῶτον τάγμα ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴν δόξαν καὶ ἔγιναν δαίμονες, τὰ ἄλλα ἐννέα τάγματα ἐταπεινώθησαν καὶ ἔπεσον καὶ προσεκύνησαν τὴν Παναγίαν Τριάδα καὶ ἐστάθησαν εἰς τὸν τόπον τῶν νὰ χαίρωνται πάντοτε. Πρέπει καὶ ἡμεῖς, ἀδελφοί μου, νὰ στοχαζώμεθα τί κακὸν πράγμα εἶνε ἡ ὑπερηφάνεια· ἐκρήμνισε τὸν διάβολον ἀπὸ τὴν ἀγγελικὴν δόξαν καὶ ἔχει νὰ καίεται εἰς τὴν κόλασιν πάντοτε· καὶ πῶς ἡ ταπείνωσις ἐβάσταξεν τοὺς Ἀγγέλους εἰς τὸν οὐρανὸν νὰ χαίρωνται πάντοτε εἰς ἐκείνην τὴν δόξαν τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Πρέπει ἀκόμη νὰ στοχασθῶμεν πῶς ὁ πανάγαθος Θεὸς μισεῖ τὸν ὑπερήφανον καὶ ἀγαπᾶ τὸν ταπεινόν. Καὶ ὄχι μόνον ὁ Θεός, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, ὅταν ἰδοῦμεν τινὰ ταπεινόν, τὸν βλέπομεν ὡς ἄγγελον, μᾶς φαίνεται ν᾿ ἀνοίξωμεν τὴν καρδίαν μας νὰ τὸν βάλωμεν μέσα· καὶ ὅταν ἰδοῦμεν τινὰ ὑπερήφανον, τὸν βλέπομεν ὡς τὸν διάβολον, γυρίζομεν τὸ πρόσωπόν μας εἰς ἄλλο μέρος νὰ μὴ τὸν βλέπωμεν. Ἂς φύγωμεν λοιπόν, ἀδελφοί μου, τὴν ὑπερηφάνειαν, διότι εἶνε ἡ πρώτη θυγατέρα τοῦ διαβόλου, εἶνε δρόμος ποὺ μᾶς πηγαίνει εἰς τὴν κόλασιν, καὶ νὰ ἔχωμεν τὴν ταπείνωσιν, διότι εἶνε ἀγγελική, εἶνε δρόμος ὁποὺ μας πηγαίνει εἰς τὸν παράδεισον. Ἐδῶ πῶς πηγαίνετε; Τὴν ταπείνωσιν ἀγαπᾶτε ἡ τὴν ὑπερηφάνειαν; Ὅστις ἀγαπᾶ τὴν ταπείνωσιν, ἂς σηκωθῆ ἐπάνω νὰ μοῦ τὸ εἰπῆ, νὰ τὸν εὐχηθῶ. -Ἐγώ, ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἀγαπῶ τὴν ταπείνωσιν.
-Ἔκβαλε τὰ φορέμετά σου, ἐνδύσου πενιχρὰ φορέματα, καὶ γύριζε εἰς τὴν ἀγοράν. Δὲν τὸ κάμνεις; Ἐντρέπεσαι; Κἀμὲ ἄλλο. Κόψε τὸ μισό σου μουστάκι καὶ ἔβγα εἰς τὸ παζάρι. Μήτε καὶ αὐτὸ τὸ κάμνεις; Δὲν τὸ λέγω δι᾿ ἐσὲ μόνον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀκούσουν καὶ οἱ ἄλλοι· νὰ μὴ λέγητε ὅτι εἶσθε ταπεινοί. Μὲ βλέπετε καὶ ἐμὲ μὲ αὐτὰ τὰ γένεια; Εἶνε γεμάτα ὑπερηφάνειαν, καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὴν ξερριζώση ἀπὸ τὴν καρδίαν μας . Ὁ χριαστιανὸς χρειάζεται δυὸ πτέρυγας διὰ νὰ πετάξη νὰ ὑπάγη εἰς τὸν παράδεισον, τὴν ταπείνωσιν καὶ τὴν ἀγάπην.
Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός – Διδαχαί